Μια εναλλακτική προσέγγιση των προσπαθειών ανεύρεσης αναπτυξιακών προοπτικών για την Ελλάδα φέρεται να είναι ο τομέας της ενέργειας. Έτσι και αλλιώς η Ελλάδα αποτελεί μια χώρα, η ενεργειακή πολιτική της οποίας καθορίζεται σε μεγάλο ποσοστό από τις ισορροπίες στο ενεργειακό προσκήνιο.

Από φέτος μάλιστα στην αναπτυξιακή σκακιέρα μπαίνει δυναμικά και ο Διαδριατικός Αγωγός Φυσικού Αερίου (TAP AG). Πολύς λόγος έχει γίνει για τα πολλαπλά οφέλη που θα φέρει η διέλευση του αγωγού από την Ελλάδα. Η κουβέντα περιορίζεται στα όσα κερδίσουν οι τοπικές κοινωνίες αλλά και οι ιδιώτες η γη των οποίων θα χρησιμοποιηθεί για τον αγωγό. Συγκεκριμένα ο αγωγός θα διασυνδεθεί με τον αγωγό φυσικού αερίου Ανατολίας (TANAP) στα ελληνοτουρκικά σύνορα και θα διέρχεται από τη Βόρεια Ελλάδα, την Αλβανία και την Αδριατική Θάλασσα προτού καταλήξει στις ακτές της Νότιας Ιταλίας όπου θα συνδεθεί στο ιταλικό δίκτυο φυσικού αερίου.

Αυτό που συχνά όμως αγνοείται στην πολιτική συζήτηση είναι η σημασία της διέλευσης του αγωγού. Η Ελλάδα πλέον μπαίνει ως ισχυρός παίκτης και δύναμη στη συγκεκριμένη δομή. Από τη μία το γεγονός πως η χώρας μας είναι κομμάτι της διαδικασίας μεταφοράς του φυσικού αερίου αλλά και η αναγνώριση της ιδιαίτερης γεωστρατηγικής θέσης της στον ευρωπαϊκό χάρτη ισχυροποιούν την παρουσία της στο διεθνές δίκτυο. Η εν λόγω ισχυροποίηση βρίσκει αναφορά σε οικονομικές και πολιτικές κλίμακες.

Η διαχείριση του νέου αυτού χαρτιού είναι θέμα πολιτικής βούλησης και ορθής εφαρμογής ενός ολοκληρωμένου σχεδίου. Το μόνο βέβαιο είναι πως το εργαλείο πλέον υπάρχει και θα συνεχίσει να υπάρχει καθώς η συγκεκριμένη επένδυση ήρθε για να μείνει. Το στοίχημα είναι η Ελλάδα να αρπάξει την ευκαιρία.